Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ



Ούτε που θυμόταν πια πόσο καιρό ταξίδευε. Έφτασε κάποτε σε ένα χωριό. Γνωστό του φάνηκε. Τα σπίτια ήτανε κλειστά, οι δρόμοι σκοτεινοί και η ψυχή του τρομαγμένη. Τα βήματά του είχαν ξυπνήσει τα σκυλιά κι αυτά τον γάβγιζαν πίσω απ’ τις μάντρες. Ο γρύλος τον ακολουθούσε, τα σαμιαμίθια τρέχαν πέρα δώθε και χώνονταν στις πέτρες, η σκλώπα φώναζε με θλίψη.
Μια πόρτα άνοιξε, το φως της λάμπας χύθηκε στο δρόμο. Πρόβαλε το κεφάλι της και του έγνεψε να μπει. Μπήκε και στάθηκε στη μέση του δωματίου, δεν ήξερε τι έπρεπε να πει και τι να κάνει. Του είπε να κάτσει, του έδειξε την καρέκλα και κάθισε κι αυτή από την άλλη μεριά του τραπεζιού. Καθίσαν εκεί αμίλητοι.
Γύρισε και την κοίταξε. Ήταν πολύ γριά, θα κόντευε ενενήντα.
- Θες να ανοίξω την τηλεόραση; τον ρώτησε.
Της έγνεψε ναι κι αυτή σηκώθηκε, πήγε και την άνοιξε και γύρισε με το τηλεκοντρόλ.
- Βάλτη όπου θες, του είπε και του το έδωσε.
Το άφησε σε ένα σήριαλ κι έδειξε ικανοποιημένη. Κάποια στιγμή τον ρώτησε χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του.
- Θα φύγεις πάλι, έτσι δεν είναι;
Της είπε ναι, τι άλλο να της πει;
- Πρέπει να φας πριν φύγεις. Μη φύγεις νηστικός μέσα στη νύχτα κι αρρωστήσεις.
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Έφερε ένα πιάτο με ψωμί κι ελιές κι ένα κομμάτι άσπρο τυρί. Έκοψε μια ντομάτα κι έριξε αλάτι, έφερε κι ένα μπουκάλι με ρακή κι ένα ποτήρι. Ύστερα κάθισε πάλι στη θέση της και κοίταζε την τηλεόραση, ρίχνοντας όμως προς το μέρος του κλεφτές ματιές.
Χτύπησε η πόρτα. Η γριά άνοιξε και μπήκε ένας ψηλός άντρας. Τη χαιρέτησε και τη φίλησε σταυρωτά χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά σ’ αυτόν.
- Ήρθε ο γιος μου, του είπε αυτή.
- Άργησε λίγο όμως, Λενιώ. Τώρα πια είσαι πεθαμένη.
Δεν του απάντησε η γριά. Κάθισε πάλι στην καρέκλα της κι έβλεπε τηλεόραση. Ο άντρας δεν έμεινε πολύ, τη χαιρέτησε κι έφυγε αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή.
- Κι εσύ έχεις πεθάνει, μπάρμπα Κωστή, έκανε να φωνάξει πίσω του, μα το μετάνιωσε, δεν είπε τίποτα.
Σηκώθηκε κι αυτός. Την είδε βουρκωμένη. Έσκυψε και της φίλησε το χέρι και βγήκε στο δρόμο. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί απέξω τώρα. Του έκαναν χώρο να περάσει και τον κοιτούσαν λυπημένοι. Τους ήξερε όλους, τους θυμόταν. Στη χαρουπιά γύρισε και είδε τη φιγούρα της στο φως της πόρτας. Κρατιόταν από την κάσα κι έγνεφε με το άλλο της χέρι αντίο. Έστριψε κι έφυγε μέσα στα σκοτάδια προς τον ποταμό. Κάπου από κει ακουγόταν τώρα η σκλώπα. Είχε σταθεί και τον περίμενε, είχανε δρόμο ακόμα.


(στην Πουπερμίνα)

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ




Απ' έξω ακούονταν θαμπή
'πό 'να ραδιόφωνο μια λύρα
μέσα μονάχα η βοή
του ανεμιστήρα
-εψές τον πήρα-

Έγραφα ολημερίς σκυφτός
"γνώρισα...", "επήγα...", "είδα..."
και τώρα τα 'σβηνα, ιδού!
λευκή η σελίδα
-άδεια παγίδα-

"Αυτοβιογραφία" θα πω
το κείμενο που έτσι θα μείνει
για πάντα, σκέφτομαι, καθώς
βγαίνει η σελήνη
-άδεια κι εκείνη-


(Ιζιντόρ Μπορ, Ποιήματα που δεν θα έγραφα ποτέ, 2027)




Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

ΣΚΡΑΤΣ




Ο ανεμιστήρας κρέμεται από πάνω του. Ακούει το μουρμουρητό του και πότε πότε ένα τρίξιμο όπως ταλαντώνεται ελαφρά. Τα φτερά του δεν ξεχωρίζουν καθώς γυρνάει αγκομαχώντας. Φαίνεται μόνο ένας άσπρος δίσκος που αιωρείται λίγο κάτω από την οροφή.

Αν ήταν μαύρος, θα ήταν δίσκος βινυλίου. Ένας δίσκος που η βελόνα έφτασε στο τέρμα του κι όμως γυρνάει ακόμα κι ακούγεται το σκρατς κι ο ήχος του μοτέρ που έχει ανάψει. Η μουσική που προηγήθηκε αιωρείται ακόμα στον χλιαρό αέρα και στη σκέψη.

Η ζέστη στεγνώνει τη σκέψη, ιδρώνει τα σώματα. Μα οι επιθυμίες αντέχουν. Κανένα χέρι δεν θα απλωθεί στη βελόνα. Τα χέρια είναι απασχολημένα να χαϊδεύουν. Νωχελικά, όπως αρμόζει στις πολύ ζεστές ημέρες. Αγγίζουν το άλλο σώμα, πάλλοντας επιδέξια τις χορδές οργάνων που πρόθυμα ανταποκρίνονται. Στη μελωδία της μουσικής που προηγήθηκε.
Σώματα ιδρωμένα, σώματα που γλιστρούν το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο. Με το ρυθμό του σκρατς στις 33 στροφές.

Ιούλιος ήταν και τότε, ίδια η ζέστη. Τη μουσική που προηγήθηκε, δεν τη θυμάται. Ας ήταν να επιστρέψει, κι ας έβαζε όποιον δίσκο ήθελε εκείνη στο πικάπ. Το σκρατς στο τέλος θα ήταν το ίδιο.

Ο ανεμιστήρας από πάνω του γυρίζει μάταια, η ζέστη είναι ανίκητη. Ο θόρυβός του δυναμώνει ξαφνικά, "δεν θα επιστρέψει!" του φωνάζει, κι ύστερα με ένα τελευταίο σπασμό σωπαίνει. "Καμιά ζέστη δεν μοιάζει με τις άλλες, πίστεψέ με", του ψιθυρίζει, λίγο πριν τα φτερά του σταματήσουν εντελώς και ξεψυχήσει, "καμιά μουσική δεν θα ήταν σαν εκείνη, κι ας την ξέχασες. Τίποτα στη ζωή σου πια δεν θα είναι  το ίδιο".


Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΕΡΙΑ



Γύρω από το σπίτι μας απλώνεται η θάλασσα. Εφτά στενές λωρίδες γης φεύγουν από το σπίτι και βυθίζονται στην ομίχλη. Συχνά τη χάναμε εκεί κι ανησυχούσαμε μήπως την πάρουνε τα κύματα που κάποτε αγρίευαν και σκέπαζαν τον δρόμο. Την περιμέναμε ξάγρυπνοι. Γυρνούσε κουρασμένη, δεν μιλούσε.
Σύντομα είδε όσα είχε να δει και στα εφτά ακρωτήρια, άκουσε όλα όσα είχε να της πει ο κόσμος μας. Το νησί μας ήτανε μικρό, δεν την χωρούσε πια, ήταν ολοφάνερο. Δεν της έφτανε. Ήθελε το δικό της το ταξίδι, είχε έρθει η ώρα. Ήθελε τη Μεγάλη Στεριά. Το ξέραμε, το βλέπαμε στα μάτια της. Και το δικαιολογούσαμε. Γιατί κι εμείς είχαμε φύγει κάποτε από τα νησιά μας και περιπλανηθήκαμε σε ξένα μέρη, ώσπου φτιάξαμε το δικό μας.

Τα κύματα έφερναν θαλασσόξυλα στην πόρτα. Τα μάζευε για χρόνια, έφτιαξε ένα μεγάλο σωρό. Με πήρε, μου έδειξε τα ξύλα και μου είπε : "Φτιάξε μου ένα κρεβάτι".
Εγώ δεν είμαι ξυλουργός. Δεν ξέρω από κρεβάτια. Τα όνειρά μου δεν είναι του ύπνου. Όμως ροκάνισα και γυαλοχάρτισα τα ξύλα όπως μπορούσα, τα έβαψα τα βερνίκωσα, τα κάρφωσα. Της το έδειξα.

Όταν φτιάχνεις κρεβάτι από θαλασσόξυλα, χωρίς να το καταλάβεις, φτιάχνεις καράβι. Το έσπρωξε στη θάλασσα και αποχαιρετιστήκαμε.

Μέρα παρά μέρα τα κύματα έφερναν στην πόρτα μας μπουκάλια με μηνύματα. "Είμαι καλά", μας έγραφε. Εμείς ανησυχούσαμε. Ξέρουμε πως τα πράγματα είναι δύσκολα εκεί έξω. Η ανάμνηση της θάλασσας φέρνει ναυτία στην αρχή, κάνει τα βήματα ασταθή. Και οι Στεριανοί είναι ξένοι. Μιλούν μια γλώσσα αλλόκοτη και μέχρι να τη μάθεις είναι εύκολο να σε πληγώσουν. Ακόμα κι η καρδιά χτυπάει αλλιώς. Πρέπει να ξέρεις να διαβάζεις μάτια, να μάθεις να γυρνάς την πλάτη. Θέλει υπομονή, μέχρι να βρεις εκείνους που θα ταξιδέψετε μαζί. Υπάρχουν όμως, θα τους βρεις.

"Δεν είμαι καλά", μας έγραψε μια μέρα. Έβγαλα από την αποθήκη την παλιά μας βάρκα. Τη μπάλωσα, την καλαφάτισα. Τη ρίξαμε στη θάλασσα και βγήκαμε νύχτα στη Μεγάλη Στεριά. Το σπίτι της μύριζε ακόμα θάλασσα, το βρήκαμε εύκολα.

Της μίλησε η μάνα της. Αυτή μιλάει πιο όμορφα. Εγώ δεν ξέρω να μιλάω. Οι λέξεις μου έχουν ρίζες, κλωνάρια δεν βγάζουν. Εκείνη άκουγε.
Πριν φύγουμε έγειρε το κεφάλι στην αγκαλιά της μάνας της. "Γράφεις;" με ρώτησε. "Όχι ακόμα". "Γράψε κάτι για μένα", μου είπε τότε.
Και κάθομαι τώρα εδώ. Μα τί να γράψω, όλα κάπως στενάχωρα μου βγαίνουν. Κι αυτή δεν πρέπει να στενοχωριέται. Να, αυτό έπρεπε μόνο να της γράψω. Να μη στενοχωριέται. Γιατί, κι ας μην το νιώθει ακόμα, άρχισε το πιο ωραίο ταξίδι. Η Μεγάλη Στεριά είναι δική της. Και το νησί μας, κι όλα τα νησιά, κι όλος ο κόσμος.


Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

ΕΝΑΣ ΥΠΟΓΕΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ


Μια κριτική παρουσίαση της "Πλάνης" από τη Μαρία Μοίρα στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής.

Ένας υπόγειος κόσμος

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

Έργο της Έρης Δημητριάδη (λεπτομέρεια)


ΜΑΝΩΛΗΣ ΛΥΔΑΚΗΣ, Η πλάνη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 285
      
Στο μυθιστόρημα του Μανώλη Λυδάκη όλα ξεκινούν και τελειώνουν με μια παλιά κιτρινισμένη φωτογραφία, που δείχνει ένα ζευγάρι σε μια πλατεία με ευκαλύπτους και δύο σχεδόν όμοια αγοράκια να κοιτάζουν σοβαρά το φακό. Μια ταλαιπωρημένη φωτογραφία που ταξίδεψε στο χρόνο σε τσέπες, τσάντες και παλιές βαλίτσες, αδιάσειστη απόδειξη ότι κάποτε υπήρξαν δυο παιδιά που ζούσαν μαζί, σ’ ένα σπίτι, σε μια πόλη, σε ένα νησί, στην πραγματική ή φανταστική  Χώρα. 
Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο του ο συγγραφέας αξιοποιεί αφηγηματικά την ιδιοσυστασία και την ιστορική και μυθολογική καταγωγή του τόπου του. Η περίκλειστη Παλιά πόλη, εσωστρεφής και απόκοσμη, με τους ετερόνομους μικρόκοσμους εγκιβωτισμένους στη μεγαδομή του ενετικού τείχους, τη λαβυρινθώδη συντακτική δομή και το εκτεταμένο δίκτυο υπόγειων στοών, αποτελεί το ιδανικό χωρικό πλαίσιο για να εντάξει την πλοκή του μυθιστορήματός του που έχει στοιχεία περιπέτειας, αστυνομικού θρίλερ, ψυχογραφήματος, κοινωνικού σχολιασμού και πολιτικής ίντριγκας.

Στην αφήγηση συμπλέκονται το πραγματικό και το φαντασιακό, το αισθητό και το υπεραισθητό, ο ρεαλισμός και η αλληγορία. Ο ήρωας του, ένας παροπλισμένος αρχιτέκτονας, εμφορούμενος από ακοίμητες ενοχές και τρομώδεις φόβους, παραπαίει και χάνεται στους ασύμβατους κύκλους της μνήμης και της λήθης. Σκοτεινός και μυστηριώδης, απόμακρος και ανεξιχνίαστος σχεδόν υπνοβατεί παγιδευμένος στην κινούμενη άμμο των παραισθήσεων και των εφιαλτών. Η φωτογραφία που θα πέσει στα χέρια του, ενός σπιτιού άγνωστου και ταυτόχρονα ανεξήγητα οικείου, θα τον εμπλέξει ανεπίγνωστα στο αμφιβόλου προθέσεων «Σχέδιο» στο οποίο μετέχει μεταξύ άλλων και ο πατέρας του. Στην φιλόδοξη επιχειρηματική πρόταση, της δήθεν ανάπλασης και εξυγίανσης κάποιας περιοχής της Χώρας, που στην πραγματικότητα  εξυπηρετεί σκοτεινά συμφέροντα και αποσκοπεί στο κέρδος. Αυτή η φωτογραφία του ερειπωμένου διώροφου, που θα βρει στο φάκελο μαζί με άλλες, θα τον ξυπνήσει από τον λήθαργο. Λειτουργώντας σαν αιφνίδιο ανακλητικό σοκ, θα φέρει στην επιφάνεια αδέσποτες αισθητήριες μνήμες και εικόνες ενός άγνωστου παρελθόντος ενταφιασμένες για χρόνια στην κρύπτη του ενδόμυχου εαυτού.
Ενώ η αφήγηση στην αρχή βραδυπορεί καθώς ο ήρωας αδρανεί εγκλωβισμένος σε ένα διαρκές πένθος που τον ναρκώνει και τον αφοπλίζει, όταν αποβιβαστεί από το καράβι στη Χώρα η δράση θα αποκτήσει καταιγιστικούς ρυθμούς και μια ακολουθία από μυστηριώδεις εξελίξεις, απρόβλεπτες ανατροπές και συνωμοσίες θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα.
Ο ήρωας για δυο μερόνυχτα κινείται πυρετικά στο σώμα της πόλης ακολουθώντας τις αόρατες διαδρομές της διαπλοκής, της εξουσίας και του χρήματος. Εισβάλλει στην απαλλοτριωμένη περιοχή του Σχεδίου, περιπλανάται στους δρόμους και στα εγκαταλειμμένα από τους κατοίκους τους σπίτια, βλέπει την αγωνία και τη συντριβή τους, συναντά τους εμπλεκόμενους στο έργο, τον Εργολάβο και τον Δήμαρχο, και παράλληλα καταδύεται στις υπόγειες στοές εισδύοντας στα άδυτα ενός απόκρυφου κόσμου, πραγματικού και αλληγορικού, αναζητώντας στο χώρο και στα πρόσωπα τα αποτυπώματα και της δικής του ζωής. Η διασύνδεσή του με το Σχέδιο και η αναζήτηση της ταυτότητάς του θα τον φέρουν αντιμέτωπο με μια σειρά από ευρήματα και αποκαλύψεις που ενώ εξηγούν ταυτόχρονα συσκοτίζουν το απολεσθέν για χρόνια παρελθόν του.
Η μυρωδιά από το γιασεμί, ένα μπλε ποδηλατάκι, δύο συνομήλικα αγοράκια, δυο γυναίκες που διεκδικούν τον ίδιο άντρα, ένα σκοτεινό, υγρό υπόγειο, μια κλειδωμένη ντουλάπα και ένας σχεδόν άγνωστος άντρας, ο πατέρας του. Ο πρώην επαναστάτης, μετέπειτα επιφανής πολιτικός και χρηματιστής που εξαγόρασε την αντιστασιακή του δράση στα χρόνια της δικτατορίας με πολιτική καριέρα, δύναμη και δόξα ξεπουλώντας συντρόφους και ιδεολογίες. Όλα αυτά και άλλα πολλά είναι τα κομμάτια ενός παζλ που τη μια στιγμή συντίθενται δίνοντας μια εναργή εικόνα, για να διαλυθούν αμέσως μετά σε συντρίμμια.
Στο αφηγηματικό σύμπαν του μυθιστορήματος δεν υπάρχει ελπίδα λύτρωσης καθώς η απληστία του χρήματος, η βαναυσότητα της εξουσίας, η διάχυση της διαφθοράς, η ματαιότητα του έρωτα εξαρθρώνουν τα πάντα. Στη Χώρα η ζωή βουλιάζει σε ένα τέλμα δυσώδες και ακίνητο που δεν αφήνει περιθώρια αντίστασης ή διαφυγής. Στο κείμενο η Εταιρεία, το Γραφείο, ο Εργολάβος, ο Δήμαρχος, το Σχέδιο είναι κύρια ουσιαστικά. Πίσω από την ουδετερότητα και την ανωνυμία τους κρύβονται ιδιοτελή οικονομικά συμφέροντα. Ανάλγητοι καιροσκόποι, φίλαυτοι αριβίστες και παντοδύναμοι εξουσιαστικοί μηχανισμοί κινούν τα νήματα. Στον αντίποδα ένας κόσμος υπόγειος, τιμωρός, οργισμένος, απολυταρχικός, κινείται στα όρια. Χειραγωγείται και παραπλανάται, εξεγείρεται και εξοντώνεται. Οι επαναστάτες θα εκτελέσουν τους παράγοντες του Σχεδίου χωρίς να κατορθώσουν να αποκαταστήσουν το δίκαιο ή την ηθική τάξη. Ο θάνατος των ενόχων δεν θα σταματήσει το έργο και οι μπουλντόζες θα συνεχίσουν απτόητες την κατεδάφιση των σπιτιών στη φλεγόμενη Χώρα.
Όταν «η εποχή των ψεμάτων και της πλάνης τελειώσει». Όταν η πίστη των κατοίκων σε ένα δίκαιο αγώνα εξαντληθεί και η απεγνωσμένη αντίσταση στη φαυλότητα και στην ανομία κάποιων ανυπότακτων, μοιραίων και αναλώσιμων, καμφθεί. Όταν το καράβι σαλπάρει, ο ήρωας επιτέλους γαληνεμένος και ελεύθερος θα ταξιδέψει χωρίς αντιστάσεις και αγωνίες για εκεί που δεν υπάρχει ούτε θλίψη, ούτε πένθος. Μόνο σκοτάδι και σιωπή.
Για τη Νήπενθο…

Η Μαρία Μοίρα είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο ΤΕΙ της Αθήνας

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2017/04/blog-post_89.html

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Η ΜΟΡΑ


Ήμουν εννιά χρονών όταν πέθανε ο πατέρας μου. Με είχαν στείλει σε μια κατασκήνωση για να μην τον δω πώς φεύγει. Έστειλε τότε αυτός έναν ανεμοστρίφουλα εκεί που ήμουν και με ειδοποίησε. Το έχω διηγηθεί αλλού αυτό. Μα φαίνεται πως αυτή η ξαφνική αναχώρηση -για μένα, οι άλλοι γνώριζαν καλά πως ερχόταν το τέλος- κι ο τρόπος που την πληροφορήθηκα, δίχως την αναγκαία προετοιμασία, κάποια κουβέντα αποχαιρετισμού ίσως, μια τελευταία ματιά ή μια συμβουλή, άφησε, εκτός από το κενό στην ψυχή μου, και κάποια πόρτα του άγνωστου μισάνοιχτη. Από εκεί είναι που ξεγλίστρησε στον κόσμο μου η Μόρα και ήρθε και τρύπωσε στις νύχτες μου. Δεν ήξερα ακόμα τότε το όνομά της. Το έμαθα αργότερα.
Ερχόταν κάθε βράδυ. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, μόνο να περιμένω μέχρι να 'ρθει. Έσβηνε η μάνα μου το φως και την περίμενα. Ανάσκελα στο κρεβάτι, ακίνητος, κουκουλωμένος, με ορθάνοιχτα τα μάτια κάτω από τις κουβέρτες, πάσχιζα να κρατήσω την ανάσα μου, να μη μ' ακούσει, μήπως ξεγελαστεί και φύγει. Μα αυτή ερχόταν πάντα. Άκουγα πρώτα την ανάσα της, σαν ρόγχο. Μετά το θρόισμα από τα φουστάνια της, το σύρσιμο των βημάτων της στο τσιμέντο. Ποτέ δεν τόλμησα να βγάλω το κεφάλι να κοιτάξω, μα ούτε που μπορούσα γιατί είχα παγώσει με τον ερχομό της. Ήξερα όμως, ένιωθα, πότε ήταν γαντζωμένη στο μεγάλο εικονοστάσι, πότε κούρνιαζε κάτω από το κρεβάτι, πότε ερχόταν να καθίσει στο στήθος μου για να με πνίξει.

Οι επισκέψεις της αραίωσαν κάπως με τα χρόνια. Μα ακόμα κι όταν δεν ερχόταν, ο φόβος μην εμφανιστεί έκανε τις νύχτες μου μαρτύριο. Και στο φως της μέρας, συχνά έπιανα με την άκρη του ματιού μου κάποια κίνηση ή ένιωθα μια κρύα ανάσα πίσω μου.

Κάποτε, έφηβος ακόμα, έτυχε να μείνω μόνος κάποιες μέρες. Επιστρέφοντας ένα βράδυ, είδα φως στην κουζίνα. Μπήκα και είδα τον πατέρα μου να κάθεται εκεί. Πάνω στην ξεφτισμένη φορμάικα του τραπεζιού είχε ακουμπήσει ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και δυο ποτήρια. Κάθισα μαζί του. Έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο Ματσάγγος και μου πρόσφερε. Πϊναμε και καπνίζαμε σιωπηλοί. Τον κοίταξα. Φαινόταν κουρασμένος, η αρρώστεια τον είχε εξαντλήσει. Στο τέλος μίλησε.
"Έχω πεθάνει, το ξέρεις, έτσι δεν είναι;"
Έγνεψα ναι.
"Πρέπει να το πάρεις απόφαση, είσαι μεγάλος πια. Να με ξεχάσεις, όπως ξεχνούν τους πεθαμένους".
Μείναμε πάλι σιωπηλοί. Ύστερα μου έδειξε το δωματιάκι μου.
"Πήγαινε να ξαπλώσεις, να ξεκουραστείς".

Ξάπλωσα στο κρεβάτι μα δεν σκεπάστηκα, ούτε έκλεισα τα μάτια. Δεν άργησε να έρθει. Από τη γωνία εκείνη που ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι κάτι κινήθηκε, σαν κάποιο πλάσμα, που οι σκιές ήταν το ρούχο που το σκέπαζε κι έμενε εκεί κουλουριασμένο ή ήταν το ίδιο αυτή η μαύρη σκοτεινιά, να ξύπνησε από τον ύπνο του, και αναδεύτηκε με μιας το λίγο φως και χάθηκε. Το πλάσμα αυτό ερχόταν στη μεριά μου. Δοκίμασα να σηκωθώ, μα είχα ήδη παραλύσει. Το γνώριμο πια ρίγος και η ανατριχίλα κυρίευσε ολόκληρο το σώμα μου και πάγωσα, καθώς πίσω από το βουητό που δεν ήμουν σίγουρος αν ερχόταν από εκείνη τη σκιά ή από το σαλεμένο μυαλό μου που παλλόταν από φρίκη, ακούστηκε εκείνος ο ρόγχος. Το πλάσμα με πλησίαζε κι εγώ το παρακολουθούσα ανήμπορος. Όταν έφτασε στο κρεβάτι, το σκοτάδι γύρω του διαλύθηκε κι είδα ένα μικρό κοριτσάκι ντυμένο στα μαύρα, με ένα πλεχτό σκουφί κι ένα μακρύ φουστάνι. Έβαλε τα χέρια, ανέβηκε και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού. Γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε.
Έκλεισα τα μάτια και δοκίμασα να σηκωθώ. Μα ακόμα κείτομουν παράλυτος, ούτε ένα δάχτυλό μου δεν μπορούσα να κουνήσω. Πήρα βαθιές ανάσες. Τότε ένιωσα ένα πλάκωμα και άνοιξα τα μάτια. Χριστέ μου! Η γριά καθόταν στο στήθος μου. Το σταφιδιασμένο πρόσωπό της ήταν σκυμένο πάνω μου κι όπως κάγχαζε απαίσια άσπριζαν στο σκοτάδι τα λειψά δόντια της. Το σκουφί σκέπαζε το κεφάλι της με τα αραιά μαλλιά. Μου κοβόταν η ανάσα, πέθαινα.
Ακούστηκε ένας θόρυβος. Μια πόρτα κάπου άνοιξε, το φως με τύφλωσε. Μια σκιά στεκόταν στο άνοιγμα. Έβαλα όση δύναμη μπορούσα και κατάφερα να σηκώσω το χέρι μου. Ύστερα η πόρτα έκλεισε με θόρυβο κι όλα ησύχασαν.

Ξύπνησα ξημερώματα, ξεκούραστος κι ανάλαφρος, παρά τον εφιάλτη. Το σπίτι ήταν άδειο. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη της ντουλάπας. Τα χρόνια είχαν περάσει, ήμουν μεγάλος πια, γύρω στα εικοσιπέντε. Βγήκα στο δρόμο. Στην απέναντι οικοδομή οι εργάτες είχαν ανάψει φωτιά σε ένα κομμένο βαρέλι για να ζεσταθούν. Έβγαλα από την τσέπη το μαύρο σκουφί που έσφιγγα στο χέρι μου. Το έριξα στη φωτιά κι έμεινα λίγο να το δω να καίγεται. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει, το είχα πάρει απόφαση. Η Μόρα είχε φύγει. Ήμουν ελεύθερος.


Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Η ΤΙΓΡΗ



Την αγαπούσα στα κρυφά, την ήθελα. Όμως, τίποτα δεν της είχα πει, τίποτα δεν της είχα δείξει. Αυτή, περνούσε δίπλα μου σαν να μην με έβλεπε. Έκανα κι εγώ πως δεν την βλέπω. Μα η καρδιά μου σπαρταρούσε, καθώς περνώντας με άγγιζε η φούστα της και με μεθούσε το άρωμά της και η μυρωδιά του σώματός της. Και φανταζόμουνα συχνά το σώμα αυτό -λεπτό κι αέρινο ήταν- να αφήνεται στην αγκαλιά μου, να της σηκώνω λέει τη φούστα εκείνη αργά χαϊδεύοντάς την ως επάνω, να έχω το στήθος της στο στήθος μου, να τη φιλώ στα χείλη κι αυτή να αναστενάζει, να κλείνει τα μάτια και να με σφίγγει πάνω της. Τέτοια και άλλα φανταζόμουνα, ερήμην της.

Εκείνες τις Απόκριες, εγώ κι ο φιλαράκος μου, είπαμε να μασκαρευτούμε. Με ένα σεντόνι τυλιγμένοι, μια άσπρη μάσκα με πανί που έκρυβε εντελώς το πρόσωπο, τίποτε άλλο. Και πήγαμε στο πάρτυ της αδελφής της και δεν μιλούσαμε καθόλου, μη μας καταλάβουν. Καθόμασταν σε μια γωνιά και χαζεύαμε τις μασκαράτες, και κάθε τόσο γυρνούσαμε από την άλλη, σηκώναμε ελαφρά τη μάσκα κι αδειάζαμε το ποτηράκι το κρασί.
Αυτή ήταν ντυμένη τίγρη. Ολόσωμη εφαρμοστή στολή με ουρά και νύχια, μια μαύρη μάσκα για τα μάτια. Την είδα κάποτε που μπήκε στην κουζίνα κι έτρεξα πίσω της, δήθεν να πιω νερό. Γύρισε και με κοίταξε.
"Για να σε δω καλά, ρε φάντασμα", μου κάνει.
Και έφερε το πρόσωπό της φάτσα στο δικό μου. Με κοίταξε στα μάτια, τα χείλη της ήρθαν κοντά στα χείλη μου, μύρισα τη ζεστή ανάσα της, με κοίταξε λοιπόν στα μάτια και είπε "ωραία μάτια έχεις εσύ", μ' έπιασε από τον ώμο κι ήρθε ακόμα πιο κοντά ώσπου ακούμπησε το στήθος της στο στήθος μου, κι ύστερα "κάπου τα ξέρω αυτά τα μάτια" και γέλασε "τώρα κατάλαβα ποιος είσαι" και έκλεισε τα μάτια της, "μη φοβάσαι, δε θα σε κοιτάξω, καλύτερα έτσι", κι ύστερα σήκωσε το πανί της μάσκας ίσα που να αποκαλυφθεί το στόμα και με φίλησε "πάντα μου άρεσες, δεν το είχες καταλάβει;" και με έσφιξε κοντά της και τα χέρια της βρήκαν το άνοιγμα στο σεντόνι και με χάιδευαν παντού, και τα δικά μου χέρια που είχαν παραλύσει σηκώθηκαν κι αυτά κι έπιασαν πρώτα την ουρά της και ξαφνιάστηκα, κι ύστερα κίνησαν το ένα κάτω της, το άλλο πιο πάνω, και τότε άκουσα να τη φωνάζουν κι ώσπου να συνέλθω με είχε παρατήσει, ήταν φευγάτη κιόλας, είδα την άκρη της ουράς στην πόρτα κι άκουσα μόνο τη φωνή της "θα τα πούμε αύριο".
Ούτε νερό ήπια, ούτε τίποτα. Σηκώθηκα κι έφυγα, πήρα τους δρόμους κι έτρεχα με το σεντόνι να ανεμίζει σαν σημαία θριάμβου, γελούσε η νύχτα, χόρευαν ψηλά τα αστέρια. Κι ούτε κοιμήθηκα καθόλου, είχα ορθάνοιχτα τα μάτια κι έβλεπα οπτασίες στο σκοτάδι μέχρι που ξημέρωσε.

Την άλλη μέρα που την αναζήτησα στο στέκι, την είδα να μιλά με μια παρέα. Πήγα προς το μέρος τους όλο χαμόγελο. Είχα πια φτάσει κοντά της μα αυτή πάλι δεν μου έδωσε σημασία, σαν να μη με είδε, όπως πάντα. Έστριψα τότε, πήγα παραπέρα, με το χαμόγελο να έχει παγώσει, "ίσως θέλει διακριτικότητα" σκέφτηκα όπως στεκόμουν εκεί αόρατος γι' αυτήν, λουσμένος ξανά το άρωμά της, μα καθώς με την άκρη του ματιού μου θαύμαζα το σώμα που είχα αγκαλιάσει χθες κι ένιωθα ξανά τα χάδια της, άκουσα τη φωνή της να λέει στο μάγκα που την κοιτούσε με απορία "τί εννοείς δεν ήσουνα εσύ χθες βράδυ;" κι εκείνον να της απαντάει "αφού σου λέω, ήμουνα άρρωστος στο κρεβάτι χθες" κι ύστερα "μην ανησυχείς, θα τον βρω τον πούστη και θα τον πατήσω κάτω".

Όρκισα το φιλαράκο μου ποτέ να μη μιλήσει σε κανένα για εκείνη μας τη μεταμφίεση. Και πια όχι μόνο δεν της μίλησα, ούτε που πέρασα ξανά κοντά της. Μα κάθε Απόκριες, αρκεί να κλείσω μια στιγμή τα μάτια και, ερήμην της, ερήμην μου, βρίσκεται ξανά στην αγκαλιά μου και νιώθω τα χάδια της να χαράζουν ίχνη ανεξίτηλα στο σώμα μου. Κι όταν η γυναίκα μου με ρωτάει τι είναι αυτά τα σημάδια στην πλάτη μου, της απαντάω "από τίγρη, αγάπη μου, στο ορκίζομαι".



Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΑΦΕΛΕΙΕΣ



Να σας κάνω ωφέλειες; την είχε ρωτήσει η κοπέλα στο κομμωτήριο. Μάλλον Αλβανή ήταν.
Ωφέλειες; Γέλασε από μέσα της. Ναι, καλό ακούγεται.
Χάζευε αφηρημένα στον καθρέφτη την αεικίνητη κοπελίτσα, τις άλλες πελάτισσες, τις προθήκες με τα σαμπουάν και τα καλλυντικά, τις αφίσες. Ύστερα κοίταξε μπροστά το πρόσωπο με τις αφέλειες.

Ο καθρέφτης άδειασε, το κομμωτήριο μέσα του έσβησε. Σαν να κοίταζε από ένα παράθυρο έξω στην ομίχλη, μια σχολική αίθουσα ξεπρόβαλλε σιγά σιγά. Είναι η μέρα της φωτογράφισης. Τα παιδιά μαζεμένα σε μιαν άκρη περιμένουν τη σειρά τους, ανυπόμονα. Έρχεται και η σειρά της. Τρέχει καμαρωτή, με την μπλε κορδέλα στα μαλλιά και το καινούργιο κούρεμα με τις αφέλειες. Η ποδιά της καθαρή, ο γιακάς κατάλευκος. Κάθεται στο θρανίο. Ο φωτογράφος της λέει να στήσει πιο όρθιο το κορμί της. Πιάνει το μολύβι και κάνει πως γράφει στο τετράδιο μπροστά της.

Τέλειωσε η φωτογράφιση, σηκώθηκε.
Πώς σας φαίνεται; ρώτησε η κοπέλα.

Η δασκάλα τους μοιράζει τις φωτογραφίες. Παίρνει τη δική της με λαχτάρα. Το κορίτσι κοιτάζει το φακό με τα μεγάλα μάτια του και χαμογελάει αχνά. Το χέρι της κρατάει χαλαρά το μολύβι. Είναι όμορφη. Οι αφέλειες της πηγαίνουν. Είναι ευτυχισμένη. Πίσω της κρέμεται ένας χάρτης. Δεν φοβάται το μέλλον. Δεν φοβάται τίποτα.

Ωραία είναι, σε ευχαριστώ πολύ, είπε στην κοπέλα.

Έβρεχε έξω. Άνοιξε την ομπρέλα να μη χαλάσει τα μαλλιά της.
Έφτασε στο σπίτι, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και κάθισε στο γραφείο της. Έβαλε ένα χαρτί μπροστά της, έπιασε το μολύβι κι άρχισε να γράφει.
"Να σας κάνω ωφέλειες; την είχε ρωτήσει η ..."

Άνοιξε η πόρτα. Έστησε το κορμί της όρθιο, σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε αχνά στον φωτογράφο χωρίς να αφήσει το μολύβι.
Πώς σου φαίνομαι; τον ρώτησε.
Ο άντρας της την κοίταξε.
Σαν μαθήτρια του Δημοτικού, σκέφτηκε.
Δεν της το είπε. Δεν ήξερε πώς θα το έπαιρνε.
Πολύ ωραία είναι, της είπε μόνο. Σου πάνε.
Έφυγε, να τσιμπήσει κάτι και να πάρει έναν υπνάκο.

Τέλειωσε αυτό που έγραφε.
"...Πού την έχω καταχωνιάσει εκείνη τη φωτογραφία;"
Ύστερα δίπλωσε το χαρτί, άφησε δίπλα το μολύβι, σηκώθηκε κι άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια. Ξεφύλλισε όλα τα παλιά άλμπουμ. Πήρε τη σκάλα, ανέβηκε στο πατάρι, άνοιξε τις κούτες. Τίποτα.
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και προσπάθησε να κρατήσει τα δάκρυά της.

Πού το έχω καταχωνιάσει εκείνο το κορίτσι;


Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η ΣΚΑΛΑ



Ήταν ακουμπισμένη με το πλάι στον τοίχο κι έβγαζε σε μια τρύπα στο ταβάνι. Ήταν μια σκάλα που δεν την ανέβαινε κανείς. Μπροστά της στέκονταν η ψάθινη πολυθρόνα της γιαγιάς μου. Επίτηδες την έβαζε εκεί. Γιατί αυτή η γιαγιά ήταν σκληρή και άκαρδη. Είχε στην τσέπη μια μουτσούνα. Την έβγαζε συχνά, τη φόραγε και σε κοιτούσε. Το μάτι άγριο, σου πάγωνε το αίμα. Μπορούσε να σου απαγορεύσει να αναπνέεις. Να κοιτάξεις. Σίγουρα σου απαγόρευε να ανεβείς τη σκάλα.
Καμιά φορά, όπως καθόταν, την έπαιρνε ο ύπνος και ροχάλιζε σαν δράκος που φυλάει τη σπηλιά του. Νυχοπατώντας τότε πήγαινα στο πλάι, έγερνα λίγο το κεφάλι και κοίταζα ψηλά στη μαύρη τρύπα. Η τρύπα αυτή ήταν στόμα. Φαφούτικο, μουρμούραε μόνο κι έτρεμε το σπίτι. Έστηνα αυτί και άκουγα. "Έλα...έλα..."
Μα δεν μπορούσα. Ποτέ δεν σηκωνότανε απ' την πολυθρόνα η γριά, εκεί κοιμόταν.
Τη νύχτα έβγαινα κρυφά από το δωμάτιό μου. Έπεφτα στα γόνατα, παραμέριζα τα φουστάνια της και σερνόμουν κάτω από την πολυθρόνα. Καθόμουν στο πρώτο σκαλί, προσεκτικά, μην τρίξει και ξυπνήσει ο δράκος. Στο σκοτάδι έστηνα αυτί και άκουγα το σαράκι να τρώει το ξύλο. Επίμονα, φιλότιμα.
Έτσι είναι τα σαράκια, δεν έχουν τίποτα άλλο στο μυαλό τους. Τρώνε και τρώνε, να μη μείνει τίποτα. Κανένα ίχνος που να λέει, να, εδώ υπήρχε κάποτε μια σκάλα.

Θα σας το πω τώρα. Δεν ειμαι σίγουρος. Ποτέ δεν είμαι. Αυτή η σκάλα ίσως δεν υπήρξε. Όμως, από την άλλη, τη θυμάμαι. Μπορώ να σας την περιγράψω σαν να είναι αλήθεια. Και μόλις γίνει αυτό, μόλις σας πείσω, τότε η σκάλα αυτή θα υπάρξει. Τότε και μόνο τότε.

Μια φορά, τόλμησα και ανέβηκα ως τη μέση. Και κοίταξα, και είδα αμυδρά όσα είχε καταπιεί από παλιά, πολύ παλιά, το κατασκότεινο ξεδοντιασμένο στόμα. Σκόνη κι αράχνες, έπιπλα διαλυμένα, ρούχα, στρώματα, ένα σεντούκι. Όλα όσα αρμόζουν σε σοφίτα. Και μια κιθάρα. Οι χορδές της κρέμονταν χαλαρές, σπασμένες. Ήχησε, με τον ήχο που έχει μια κιθάρα κλεισμένο μέσα της και περιμένει να ακουστεί, αρκεί να την κοιτάξεις.

Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Γκρεμίστηκε το σπίτι, το ξανάχτισαν, ο δράκος έχει πια πεθάνει. Όλα θα ξεχαστούν. Όλα φτιαγμένα από άμμο, ριγμένα σε μια αδυσώπητη κλεψύδρα. Κι όσο περνάει ο καιρός κυλούν οι κόκκοι, λιώνουν τα πράγματα και σβήνουν. Κι εγώ που ακόμα λαχταρώ να την ανέβω, ούτε που υπάρχει πια κανείς για να μου πει "ναι, εκείνη η σκάλα, τη θυμάμαι".

Αν δεν πιστέψετε κι εσείς ότι υπήρξε αυτή η σκάλα, ποτέ δεν θα υπάρξει. Θα είναι για πάντα μια πλάνη, φτιαγμένη από την άμμο των ονείρων, και θα χαθεί κι αυτή σε εκείνη την κλεψύδρα. Θα ξεχαστεί κι εγώ θα μείνω εκεί στη μέση της για πάντα, να ακούω το σαράκι της.
Αν τύχει και σας πείσω, θα το καταλάβω. Και σας υπόσχομαι να την ανέβω μέχρι πάνω. Θα χωθώ στη μαύρη τρύπα, θα συμμαζέψω τα πράγματα, θα κουρδίσω την κιθάρα. Ύστερα, θα ανοίξω εκείνη την κασέλα και θα σας διηγηθώ όλα όσα βρω εκεί μέσα.